Η Ιερά Μονή Προφήτου Ηλιού Θήρας

Η Κοινοβιακή Ιερά Μονή Προφήτου Ηλιοὺ, βρίσκεται στην κορυφή του ομώνυμου όρους, σε υψόμετρο 567 μ., τρία χιλιόμετρα από το χωριό Πύργος στο νοτιοανατολικό τμήμα της νήσου Σαντορίνης.

Η ίδρυση της Μονής

Το 1711 είναι το έτος ίδρυσης της Μονής, σύμφωνα με την κτητορική Επιστολή (6 Μαρτίου 1711), που υπογράφεται από τον επίσκοπο Θήρας Ζαχαρία Γύζη. Κτήτορες είναι οι αδελφοί Γαβριήλ και Ιωακείμ, γιοι του Αντωνίου Μπελώνια καί της Αικατερίνης Σιγάλα του Ιωάννη, από το χωριό Πύργος. Ιερομόναχοι και εφημέριοι στη γενέτειρά τους, αποτραβήχτηκαν και ίδρυσαν το μοναστήρι αξιοποιώντας οικογενειακά τους κτήματα. Εκεί υπήρχαν ήδη δύο εξωκκλήσια, αφιερωμένα στον Προφήτη Ηλία και στην Υπαπαντή του Κυρίου. Όπως προκύπτει από τα αφιερωματικά έγγραφα και τους τίτλους αγοραπωλησίας στο Αρχείο της Μονής, ο Προφήτης Ηλίας ανήκε αρχικά στον Κωνσταντίνο Πραγιώτη, αργότερα περιήλθε στον ιεροδιάκονο Παρθένιο Σιγάλα, συγγενή των κτητόρων, που ανοικοδόμησε το δεύτερο εξωκκλήσιο της Υπαπαντής. Τον χώρο αυτό ο Παρθένιος Σιγάλας παραχώρησε στους αδελφούς Γαβριήλ και Ιωακείμ. Σύμφωνα με την κτητορική Επιστολή του επισκόπου Ζαχαρία, οι αδελφοί Μπελώνια εξουσιοδοτήθηκαν «ἵνα ποιήσωσι Μονύδριον ἀνδρῶν, διὰ νὰ δουλεύσωσι τὸν Θεόν». Γι' αυτό, γράφει ο επίσκοπος στη συνέχεια, «...παραδίδω αὐτὸν τὸν Ναὸν μετὰ τοῦ παρακκλησιδίου ὅπου ἔχει τῆς Παναγίας μας [῾Υπαπαντῆς] τοῦ εὐλαβεστάτου ἱερομονάχου κὺρ Γαβριὴλ Μπελώνια ὁμοῦ μετὰ τῶν κατὰ σάρκα ἀδελφῶν αὐτοῦ καὶ τῆς συνοδείας αὐτῶν, ἵνα ποιήσωσιν αὐτὸν ἀνδρῶν οἰκητήριον καὶ καταφύγιον πάντων τῶν χριστιανῶν...». Το κτητορικό γράμμα του αρχιεπισκόπου Ζαχαρία Γύζη βεβαιώνει με την υπογραφή του και ο Αγάπιος Γύζης, αντιπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Σαντορίνη, έχοντας τον τίτλο του θεοφιλεστάτου αρχιεπισκόπου Σωτηρουπόλεως.

Η σύσταση της Μονής και η κήρυξή της σε Σταυροπηγιακή

Για να καταστεί δυνατή η ανέγερση της Μονής ο Γαβριήλ και ο Ιωακείμ αναζήτησαν οικονομική βοήθεια, αλλά το αποτέλεσμα δεν ήταν ικανοποιητικό, λόγω της γενικότερης οικονομικής δυσχέρειας που επικρατούσε στον ελλαδικό χώρο την περίοδο αυτή. Η προσπάθεια για την εξεύρεση των απαραίτητων οικονομικών πόρων στράφηκε τότε προς την ακμάζουσα θηραϊκή παροικία της Κωνσταντινούπολης. Ο μοναχός Γαβριήλ ταξίδεψε προς την Πόλη, έχοντας μαζί του ειδικές συστατικές επιστολές από τον επίσκοπο Ζαχαρία Γύζη και άλλους προύχοντες Θηραίους, όπου βρήκε θετική ανταπόκριση. Παράλληλα μέριμνα του ιερομονάχου ήταν και η επικύρωση των σταυροπηγιακών και πατριαρχικών δικαίων της νεοϊδρυόμενης Ιεράς Μονής. Στην Κωνσταντινούπολη συναντήθηκε πρώτα με τον μέγα αρχιμανδρίτη Αζαρία, γιο του Νικολάου Σιγάλα, διδάσκαλο της Μεγάλης του Γένους Σχολής και ιεροκήρυκα του πατριαρχικού Ναού, ο οποίος μεσολάβησε στον πατριάρχη Κύριλλο Β'. Ο Πατριάρχης συνέταξε ειδικό πατριαρχικό Σιγίλλιο (Μάιος 1712), που παρέδωσε στον Γαβριήλ, σύμφωνα με το οποίο η Μονή κατοχυρώνεται ως Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή. Τά σταυροπηγιακά δικαιώματα ανανεώθηκαν από τον Γρηγόριο Ε', το 1798.

Η Μονή ως Πατριαρχική Εξαρχία

Η δύναμη της Μονής από τα μέσα του 18ου μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα κυμάνθηκε μεταξύ δεκαπέντε και είκοσι μοναχούς, αριθμός ιδιαίτερα μεγάλος για τις μονές του ελλαδικού χώρου, με εξαίρεση βεβαίως τις μονες του Αγίου Όρους. Αποτέλεσμα τόσο της ανάπτυξης όσο και της συνέπειάς της έναντι του Πατριαρχείου ήταν η παραχώρηση του αξιώματος της Πατριαρχικής Εξαρχίας στον ηγούμενο. Ο Πατριαρχικός Έξαρχος των μοναστηριών φρόντιζε για την τήρηση της κανονικής τάξεως στα μοναστήρια της περιοχής του και για την είσπραξη των οφειλομένων προς τον Πατριάρχη «κανονικῶν» χρεών. Περιόδευε στα μοναστήρια της δικαιοδοσίας του και με την παρουσία του κατὰ τόπον Αρχιερέα «ἐθεώρει ἑκάστου Μοναστηρίου τὸν ἀκριβῆ καὶ καθαρὸν λογαριασμὸν τῶν προσόδων αὐτοῦ καὶ τῶν ἐτησίων δαπανημάτων διὰ καταστίχου καταγραφομένων κτημάτων κινητῶν καὶ ἀκινήτων...».

Ο βίος και η καθημερινή ζωή των μοναχών

Η Μονή οργανώθηκε ως ιδιόρρυθμη. Όταν οι μοναχοί αυξήθηκαν, εισήχθη τό κοινοβιακό σύστημα, που διατηρήθηκε μέχρι τα μέσα περίπου του 18ου αἰώνα. Κατόπιν το μοναστήρι λειτούργησε πάλι ως ιδιόρρυθμο μέχρι το 1998, έτος που επανδρώθηκε από τη σημερινή αδελφότητα. Ο αριθμός των μοναχών μέχρι το 1850 κυμαινόταν από δέκα μέχρι είκοσι, και μερικές φορές ήταν μεγαλύτερος σύμφωνα με το Μοναχολόγιο της Μονής. Ο Ιωσήφ Δεκιγάλας (Γενικὴ Στατιστικὴ της Νήσου Θήρας, ῾Ερμούπολις 1850, 16), με την απογραφή που έκανε στη Θήρα, καταγράφει δεκαπέντε μοναχούς. Από τα πρακτικά εκλογής του ηγουμένου και των συμβούλων από το 1850 και μετά παρατηρείται ότι ο αριθμός αυτός τηρούνταν σχεδόν αμείωτος μέχρι και το 1870. Από το 1880, όμως, η δύναμη της Μονής συνεχώς ελαττώνεται. Σήμερα στη Μονη εγκαταβιώνουν εννέα μοναχοί. 

Η προσφορά της Μονής
Η Μονή του Προφήτου Ηλιού ανέπτυξε ιδιαίτερη δραστηριότητα και συνέβαλε στην ανάπτυξη της τοπικής κοινωνίας με την καλλιέργεια των ελληνικών γραμμάτων, τη συμμετοχή της σε εθνικά ζητήματα, αλλά και με το φιλανθρωπικό της ἔργο. Από τα σημαντικότερα κοινωφελή έργα της Μονής ήταν η ίδρυση ελληνικού σχολείου στην περιοχή της Μαρτινούς, λίγο έξω από τόν Πύργο. 
Η ίδρυσή της ανάγεται τον Οκτώβριο του 1799. Άρχισε να κτίζεται το 1803 σε κτήματα της Μονής και περατώθηκε το 1806.
Ο ηγούμενος Παΐσιος, εκτιμώντας το μεγάλο αυτό έργο διέθεσε μεγάλα για την εποχή χρηματικά ποσά, που ανάγκασαν μάλιστα τη Μονή να προβεί σε δανεισμό.
Το Πατριαρχείο επευλόγησε το νέο έργο της Μονής με την έκδοση σχετικού Πατριαρχικού Σιγιλλίου. Το Σιγίλλιο αυτό θέτει τις βασικές διοικητικές και εκπαιδευτικές αρχές λειτουργίας του σχολείου με αναλυτικό τρόπο, επιδεικνύοντας την ιδιαίτερη φροντίδα του Πατριαρχείου. Με δεύτερο Σιγίλλιο η Σχολή «θὰ λέγηται ἐς ἀεὶ καὶ παρὰ πάντων γινώσκηται Πατριαρχικὴ καὶ Σταυροπηγιακή».
Η Ελληνική Σχολή της Μαρτινούς λειτούργησε για περισσότερα από 40 χρόνια, μέχρι το 1845, και συνέβαλε στην ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας και την πνευματική αναγέννηση.

Η εθνική προσφορά της Μονής
Στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821 η Μονή του Προφήτου Ηλιού πρόσφερε κάθε δυνατή βοήθεια, ηθική και υλική. Η μεγάλη αυτή προσφορά τεκμηριώνεται και μέσα από πλήθος εγγράφων της εποχής, που σήμερα φυλάσσονται στο Αρχείο της Μονής, αλλά και στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.
Το 1822 δεκαέξι μοναχοί, με επικεφαλής τον ηγούμενο και άλλους πρόκριτους της Θήρας, δήλωσαν εγγράφως προς τον Αλέξανδρο Υψηλάντη την πρόθεσή τους να συμμετάσχουν στην εξέγερση.                                                                                                                

Η Μονή ως τόπος εξορίας

Στα μέσα του 19ου αιώνα η Μονή Προφήτου Ηλιού Θήρας λειτούργησε και ως τόπος εξορίας κληρικών. Η απόσταση του νησιού από την ηπειρωτική Ελλάδα, αλλά και η γενικότερη δυσκολία επικοινωνίας έθεταν σε απομόνωση προσωπικότητες που διατάρασσαν την κραταιά τάξη.

Ο Θεόφιλος Καΐρης εζησε εξόριστος στη Μονή από το 1840 ως το 1842. Κληρικός και φιλόσοφος από την Άνδρο, πριν να εισαχθεί σε δίκη για τις αντιλήψεις του, εξορίστηκε στη Σκιάθο, στη Μονή του Ευαγγελισμού, «...ἵνα τῷ δοθῇ καιρὸς νὰ μεταμεληθῇ καὶ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν ἀφ' ἧς ἐπλανήθη...». Μετά, λόγω ασθενείας, μετατίθεται με βασιλικό διάταγμα, στη Μονή Προφήτου Ηλιού στη Σαντορίνη, με πολύ συγκεκριμένους όρους διαβίωσης.
Ο μοναχός Χριστόφορος Παπουλάκος από τα Καλάβρυτα, σε ηλικία 50 ετών αποφάσισε να κηρύξει τον θείο λόγο για να σώσει τον κόσμο από την αμαρτία. Οι πράξεις του όμως προκάλεσαν ἀναστάτωση. Το 1852 δικάστηκε και εξορίστηκε στη Μονή. Κατά την παραμονή του στο μοναστήρι συνέχισε να μιλάει «πάντοτε περὶ ψυχικῆς ὠφελείας», με αποτέλεσμα να ληφθούν αυστηρότερα μέτρα περιορισμού του, ώσπου τελικά το 1854 μεταφέρεται στην Άνδρο, στη Μονή Παναχράντου.
Ο Διονύσιος Επιφανιάδης, μοναχός και λόγιος από τη Σκιάθο. Διετέλεσε σύμβουλος του πατριάρχη Γρηγορίου ΣΤ´ και αργότερα έγινε γνωστός για τη δράση του στη Μικρά Μονή της Κονίστριας Σκιάθου. Το 1852 συνελήφθη για τις ιδέες του και εξορίστηκε στη Μονή Προφήτου Ηλιού Θήρας, όπου παρέμεινε για δέκα χρόνια.

Η Μονή σήμερα

Από το έτος 1982 η Μονή είχε παραμείνει ουσιαστικά κλειστή με τη φυγή του τελευταίου εγκαταβιούντος μοναχού για το Άγιον Όρος. Παρέμεινε δε κλειστή μέχρι το 1997, όταν και εγκαταστάθηκε με τη βοήθεια του Θεού η νέα αδελφότητα. Πέραν των δυσκολιών, που το κλείσιμο της Μονής είχε φυσιολογικά δημιουργήσει, μέγιστο πρόβλημα αποτελούσε η εγκατάσταση στον προαύλιο χώρο της Μονής πολυάριθμων μεγάλων κεραιών τηλεπικοινωνίας και τηλεοπτικών σταθμών. Το όρος του Προφήτη Ηλία είχε καταστεί κεντρικός αναμεταδότης του Νοτίου Αιγαίου και η ακτινοβολία που εκπεμπόταν ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη του επιτρεπτού ορίου.  

Με εμφανή την παρέμβαση του προστάτου και εφόρου της Μονής, Προφήτου Ηλιού του Θεσβίτου, όλες οι κεραίες απομακρύνθηκαν. Μένει μόνο το στρατιωτικό Ραντάρ του Πεδίου Βολής Κρήτης, το οποίο εμπιστευόμενοι και πάλι τον Προφήτη μας ελπίζουμε και πιστεύουμε ότι θα απομακρυνθεί. 

Σήμερα η αδελφότητα της Μονής αποτελείται από εννέα μοναχούς, η οποία με τις καθημερινές ιερές ακολουθίες, τον κοινοβιακό τρόπο ζωής, τα μοναχικά διακονήματα και τη διακονία των προσκυνητών της Μονής αγωνίζεται για την "ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ" λατρεία του εν Τριάδι Αγίου Θεού, την αναστήλωση της Ιεράς Μονής και την στήριξη, πνευματική και υλική, του λαού του Θεού.